1957: Ο Juan Manuel Fangio, η μαγική οδήγηση στο Nürburgring και ο πέμπτος τίτλος
Με μια Maserati 250F και μια ανατροπή που έμεινε στην ιστορία, ο 46χρονος Αργεντινός κέρδισε τον τελευταίο αγώνα της καριέρας του και έγινε πεντάκις παγκόσμιος πρωταθλητής.
Στις 4 Αυγούστου 1957, στα δάση του Eifel, ένας 46χρονος Αργεντινός βγήκε από τα pits του Nürburgring τρίτος, με τις δύο Ferrari να έχουν φύγει μακριά. Είχε χάσει γύρω στα 50 δευτερόλεπτα από τους πρώτους, σε μια πίστα όπου ένας γύρος κρατούσε περισσότερο από εννιά λεπτά, και απέμεναν μόλις λίγοι γύροι. Με κάθε λογική, ο αγώνας είχε κριθεί.
Η λογική, όμως, δεν είχε υπολογίσει τον Juan Manuel Fangio. Με μια Maserati 250F που χόρευε στα όρια της πρόσφυσης, ο «Maestro» έσβησε τη διαφορά, πέρασε τον Peter Collins και τον Mike Hawthorn και κέρδισε το Grand Prix Γερμανίας. Ήταν η τελευταία νίκη της καριέρας του και του χάρισε τον πέμπτο παγκόσμιο τίτλο, ένα ρεκόρ που θα έμενε άθικτο για σχεδόν μισό αιώνα. Αυτή είναι η ιστορία της σεζόν του 1957.
Η επιστροφή στη Maserati
Ο Fangio έφτανε στο 1957 ως ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος της εποχής. Είχε ήδη τέσσερις τίτλους: του 1951 με την Alfa Romeo, του 1954 και του 1955 με τα ασημένια βέλη της Mercedes και του 1956 με τη Lancia-Ferrari. Η σχέση του με τη Ferrari, όμως, κράτησε μόλις μία σεζόν. Για το 1957 γύρισε στη Maserati, την ομάδα με την οποία είχε τρέξει και το 1953. Ήταν μια κίνηση που ταίριαζε στον χαρακτήρα του: σε όλη του την καριέρα δεν δίσταζε να αλλάζει ομάδα, όταν πίστευε ότι κάπου αλλού θα έβρισκε το αυτοκίνητο που θα τον έφερνε πιο κοντά στον τίτλο.
Το μονοθέσιο που τον περίμενε στη Modena ήταν μια παλιά γνώριμη. Η Maserati 250F είχε κάνει ντεμπούτο στο Grand Prix Αργεντινής του 1954, και νικητής εκείνου του αγώνα ήταν ο ίδιος ο Fangio. Ήταν ένα κλασικό μονοθέσιο της δεκαετίας του ’50, με εξακύλινδρο κινητήρα σε σειρά 2,5 λίτρων μπροστά από τον οδηγό, σωληνωτό πλαίσιο και μακρύ, κομψό αμάξωμα. Τη σχεδίασαν οι Gioacchino Colombo, Vittorio Bellentani και Alberto Massimino, ενώ αργότερα ο Giulio Alfieri ανέλαβε την εξέλιξη των ελαφρύτερων εκδόσεων T2. Δεν ήταν το πιο ισχυρό αυτοκίνητο του grid, όμως ήταν ισορροπημένο και προβλέψιμο, ένα εργαλείο που στα χέρια του Fangio μπορούσε να κάνει θαύματα.
Υπήρχε και ένα ακόμη στοιχείο που άλλαζε τον χάρτη. Ο Stirling Moss, ο Βρετανός που θεωρούνταν ο μόνος πραγματικός αντίπαλος του Fangio, έτρεχε πλέον με τη Vanwall του βιομήχανου Tony Vandervell, έχοντας δίπλα του τον Tony Brooks. Ο Vandervell ήθελε ένα βρετανικό αυτοκίνητο που θα νικούσε τις ιταλικές ομάδες στο δικό τους παιχνίδι, και με τον Moss στο τιμόνι είχε για πρώτη φορά τον οδηγό που μπορούσε να το κάνει πραγματικότητα.

Ένα ξεκίνημα χωρίς αντίπαλο
Η σεζόν άνοιξε στις 13 Ιανουαρίου στο Buenos Aires, μπροστά στο κοινό του Fangio. Ο Αργεντινός νίκησε στο σπίτι του και έστειλε από την πρώτη κιόλας μέρα ένα σαφές μήνυμα: η Maserati και ο οδηγός της ήταν έτοιμοι.
Το πρωτάθλημα του 1957 ήταν σύντομο. Τα Grand Prix Βελγίου και Ολλανδίας ακυρώθηκαν, και το ημερολόγιο περιορίστηκε σε επτά αγώνες με κανονισμούς Formula 1 και το Indianapolis 500, που μετρούσε τότε για το πρωτάθλημα αλλά είχε ελάχιστη σχέση με τους υπόλοιπους αγώνες, αφού σχεδόν κανένας από τους οδηγούς της Formula 1 δεν έτρεχε εκεί. Στην Indianapolis νίκησε ο Sam Hanks. Σε ένα τόσο μικρό πρωτάθλημα, κάθε εγκατάλειψη μπορούσε να κοστίσει ακριβά, και κάθε νίκη μετρούσε διπλά.
Στο Monaco, στις 19 Μαΐου, στον τέταρτο γύρο ο Moss έπεσε στα προστατευτικά της chicane, και ο Collins μπλέχτηκε στο ίδιο επεισόδιο. Λίγο αργότερα και ο Hawthorn βγήκε εκτός αγώνα. Μέσα από τα συντρίμμια, με τους τρεις Βρετανούς αντιπάλους του εκτός μάχης, ο Fangio συνέχισε με την ψυχραιμία που τον χαρακτήριζε και πήρε τη δεύτερη νίκη του στη χρονιά, χωρίς να ρισκάρει τίποτα περισσότερο από όσο χρειαζόταν.
Η τρίτη ήρθε στις 7 Ιουλίου, στο Grand Prix Γαλλίας. Εκείνη τη χρονιά ο αγώνας δεν έγινε στη Reims, αλλά στο Rouen-Les-Essarts. Ο Fangio νίκησε ξανά. Τρεις αγώνες της Formula 1 μέχρι εκείνη τη στιγμή, τρεις νίκες: ο Αργεντινός έμοιαζε να τρέχει σε δική του κατηγορία.
Aintree: η μέρα της Vanwall
Στις 20 Ιουλίου, στο Grand Prix Μεγάλης Βρετανίας, που εκείνη τη χρονιά φιλοξενήθηκε στο Aintree, ο τόνος άλλαξε. Ο Moss είχε πρόβλημα με το δικό του αυτοκίνητο και η ομάδα τον έβαλε στη Vanwall που είχε ξεκινήσει ο Brooks. Από εκεί και πέρα, ο Moss οδήγησε το αυτοκίνητο μέχρι την πρώτη θέση, με τους Luigi Musso και Hawthorn να ακολουθούν με τις Ferrari.
Η νίκη καταγράφηκε στο όνομα και των δύο οδηγών. Ήταν η πρώτη φορά που ένα βρετανικό αυτοκίνητο κέρδιζε αγώνα του παγκόσμιου πρωταθλήματος, μια στιγμή-ορόσημο για το βρετανικό μηχανοκίνητο αθλητισμό. Για τον Fangio ήταν η πρώτη κακή μέρα της σεζόν: η Maserati του εγκατέλειψε με πρόβλημα στον κινητήρα. Παρά την απώλεια, έφυγε από την Αγγλία με άνετο προβάδισμα στη βαθμολογία. Η Vanwall, όμως, είχε πλέον αποδείξει ότι μπορούσε να νικήσει, και ο επόμενος σταθμός ήταν η πιο απαιτητική πίστα του κόσμου.
Nürburgring, 4 Αυγούστου 1957
Το Nordschleife, με τα σχεδόν 23 χιλιόμετρα του γύρου, τα άλματα, τις τυφλές στροφές και τις ατελείωτες εναλλαγές υψομέτρου μέσα στο δάσος, ήταν η πίστα όπου η διαφορά ανάμεσα στον καλό και στον μεγάλο οδηγό φαινόταν πιο καθαρά από οπουδήποτε αλλού. Στις δοκιμές ο Fangio πήρε την pole position. Ο αγώνας ήταν 22 γύροι, περίπου 500 χιλιόμετρα.
Η Maserati είχε σχέδιο. Στην ομάδα εκτιμούσαν ότι οι Ferrari των Hawthorn και Collins θα έτρεχαν όλη την απόσταση χωρίς στάση, με σκληρότερα ελαστικά και γεμάτα ρεζερβουάρ. Ο Fangio θα ξεκινούσε με μισό ρεζερβουάρ και πιο μαλακά ελαστικά, ώστε να είναι ελαφρύτερος και πιο γρήγορος στις στροφές, θα άνοιγε διαφορά και στη μέση του αγώνα θα σταματούσε για καύσιμα και καινούργια λάστιχα.
Το πρώτο μέρος του σχεδίου λειτούργησε τέλεια. Ο Fangio πήρε την πρωτοπορία και έχτισε προβάδισμα περίπου μισού λεπτού. Μετά ήρθε η στάση, και όλα πήγαν στραβά. Η παραμονή στα pits τράβηξε πολύ περισσότερο απ’ όσο είχε προβλεφθεί, και όταν η 250F επέστρεψε στην πίστα, ο Fangio ήταν τρίτος, γύρω στα 50 δευτερόλεπτα πίσω από τις δύο Ferrari. Το προβάδισμα που είχε χτίσει με τόσο κόπο είχε χαθεί, και μαζί του, όπως φαινόταν, και η νίκη.
Αυτό που ακολούθησε έχει περάσει στους θρύλους του αθλήματος. Ο Fangio άρχισε να ρίχνει δευτερόλεπτα σε κάθε πέρασμα, σπάζοντας το ρεκόρ γύρου ξανά και ξανά, σε μια πίστα όπου το παραμικρό λάθος μπορούσε να είναι μοιραίο. Ο ταχύτερος γύρος του ήταν περίπου οκτώ δευτερόλεπτα γρηγορότερος από τον χρόνο με τον οποίο είχε πάρει την pole position, μια διαφορά σχεδόν απίστευτη για εκείνη την εποχή.
Η διαφορά έλιωνε σαν το χιόνι. Στους τελευταίους γύρους ο Fangio έφτασε τον Collins και τον πέρασε, και στη συνέχεια βρήκε μπροστά του τον Hawthorn. Πέρασε και αυτόν και κράτησε την πρώτη θέση μέχρι τη σημαία του τερματισμού, με διαφορά λίγο πάνω από τρία δευτερόλεπτα. Ο Hawthorn τερμάτισε δεύτερος και ο Collins τρίτος.
Αργότερα ο Fangio είπε ότι ποτέ πριν δεν είχε οδηγήσει τόσο γρήγορα και ότι ήξερε πως δεν θα μπορούσε να το ξανακάνει. Για πολλούς ιστορικούς της Formula 1, εκείνο το απόγευμα στο Eifel παραμένει μία από τις μεγαλύτερες οδηγήσεις όλων των εποχών.
Ο πέμπτος τίτλος
Η νίκη στο Nürburgring δεν ήταν μόνο ένα κατόρθωμα, αλλά και η μαθηματική κατάκτηση του πρωταθλήματος, με δύο αγώνες να απομένουν. Ήταν η τέταρτη νίκη του Fangio στη χρονιά, μετά την Αργεντινή, το Monaco και τη Γαλλία, και ο πέμπτος τίτλος της καριέρας του.
Οι δύο τελευταίοι αγώνες ανήκαν στη Vanwall. Το Grand Prix Πεσκάρα μπήκε στο πρόγραμμα για να καλύψει τα κενά από τις ακυρώσεις και διεξήχθη σε δημόσιους δρόμους, σε μια πίστα μήκους πάνω από 25 χιλιομέτρων, τη μεγαλύτερη που έχει φιλοξενήσει ποτέ αγώνα του παγκόσμιου πρωταθλήματος. Η Ferrari δεν κατέβηκε με τους Hawthorn και Collins. Ο Moss νίκησε με διαφορά άνω των τριών λεπτών και ο Fangio τερμάτισε δεύτερος. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στο Grand Prix Ιταλίας στη Monza, ο Moss έκανε τη δεύτερη συνεχόμενη νίκη του, αυτή τη φορά στην καρδιά της ιταλικής Formula 1.
Η τελική βαθμολογία έδειχνε την κυριαρχία του Fangio: 40 βαθμοί για εκείνον, 25 για τον Moss, που τερμάτισε δεύτερος για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. Τρίτος ο Musso με 16 βαθμούς, τέταρτος ο Hawthorn με 13 και πέμπτος ο Brooks με 11. Οι Fangio και Moss μοιράστηκαν όλους τους αγώνες της χρονιάς εκτός από την Indianapolis: τέσσερις νίκες ο Αργεντινός, τρεις ο Βρετανός.
Το τέλος μιας εποχής
Το 1957 ήταν η τελευταία πλήρης σεζόν του Fangio. Το 1958 εμφανίστηκε ελάχιστα, και μετά το Grand Prix Γαλλίας στη Reims αποσύρθηκε οριστικά. Έφυγε με 24 νίκες και με ποσοστό νικών που παραμένει το υψηλότερο στην ιστορία της Formula 1.
Οι πέντε τίτλοι του έμειναν ρεκόρ για 46 χρόνια, μέχρι που ο Michael Schumacher κατέκτησε τον έκτο του το 2003. Κι όμως, ο αριθμός λέει μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Ο Fangio κέρδισε τίτλους με τέσσερις διαφορετικές ομάδες, Alfa Romeo, Mercedes, Ferrari και Maserati, αποδεικνύοντας ότι η διαφορά βρισκόταν στον άνθρωπο πίσω από το τιμόνι.
Η σεζόν του 1957 είχε και ένα δεύτερο νόημα. Οι τρεις νίκες της Vanwall, στο Aintree, στην Πεσκάρα και στη Monza, έδειξαν ότι η κυριαρχία των ιταλικών ομάδων δεν ήταν πια δεδομένη. Την επόμενη χρονιά η Vanwall θα γινόταν η πρώτη πρωταθλήτρια κατασκευαστών στην ιστορία της Formula 1. Ο Fangio, όμως, είχε φροντίσει να κλείσει τον κύκλο του με τον τρόπο που ταίριαζε σε έναν πεντάκις πρωταθλητή: κερδίζοντας, με μια οδήγηση που ο ίδιος θεώρησε ανεπανάληπτη.
Η σεζόν 1957 σε αριθμούς
| # | Οδηγός | Ομάδα | Νίκες | Πόντοι |
|---|---|---|---|---|
| 1 | Juan Fangio | Maserati | 4 | 40 |
| 2 | Stirling Moss | Vanwall | 3 | 25 |
| 3 | Luigi Musso | Ferrari | 0 | 16 |
| 4 | Mike Hawthorn | Ferrari | 0 | 13 |
| 5 | Tony Brooks | Vanwall | 1 | 11 |
Οι νίκες
- Grand Prix Αργεντινής · 13 Ιανουαρίου
- Grand Prix Μονακό · 19 Μαΐου
- Grand Prix Γαλλίας · 7 Ιουλίου
- Grand Prix Γερμανίας · 4 Αυγούστου
Στατιστικά: Jolpica-F1 (Ergast).